Search

Φόρτωση...
Are you lost? Don't be afraid my dear, I'll be there when you'll need me.. To sing to you the song of sadness when all hope will have been lost...

Tied Puppets


Liani
Είμαι ο ιππότης της τετράγωνης κρέπας,
ο άρχοντας του κηκλιδώματος,
ο πρίγκιπας της τουαλέτας,
είμαι το φως του φρένου,
η βουβαλική μάζα του τραίνου,
είμαι ο σκουπιδοφάγος του σπιτιού σας.
Είμαι ο άρχοντας
Είμαι ο Μεγιστάνας
Είμαι πριγκίπισσα
Είμαι ο διακόπτης

ΕΙΜΑΙ... Ο Άκυρος Λόρδος
(τυχών συμπτώσεις με αληθινά πρόσωπα είναι τυχαίες)
Σήμερα έκλεισα τα 5 μου :D

Never Judge a Book By It's Cover ;)
<-------------------------------->


Adis
Αν σου πω ποιος είμαι σήμερα, δε θα ξέρεις ποιος θα 'μαι αύριο. Αν προσπαθήσω να σου πω ποιος θα είμαι αύριο από σήμερα, ίσως και να κάνω λάθος. Το χθες είναι πλέον πολύ μακριά. Έτσι γράφω για να "σώσω" το ποιος είμαι τη στιγμή που το κάνω.. Όλοι μας αλλάζουμε, αρκεί να ξέρεις να χειριστείς σωστά αυτό που γίνεσαι..

The page of an old friend

Take a walk down the visual
Bill Ioanou


There are things known and things unknown an' in between are the doors...

Bleeders

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2010


...Πασχάλης, χάρηκα. Κάθησε. Λοιπόν, δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας οπότε άκου προσεκτικά.. Θα σου πω τι έγινε, αυτά που ξέρω βασικά, αλλά σε παρακαλώ μη με διακόψεις μέχρι να τελειώσω..
Πάνε τρία χρόνια τώρα. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει, δεν αντέχαμε άλλο εκεί μέσα.. Θυμάμαι που μου 'λεγε τότε συνεχώς: "Μη ξεχνάς πως το υποσχεθήκαμε στη φιλία μας.." και τα λόγια του φώλιαζαν μέσα μου όλο και πιο βαθιά κάθε φορά που επαναλάμβανε αυτή τη φράση.. Το είχαμε κανονίσει πολύ καιρό πριν και ήταν όλα τέλεια στημένα εκτός από μια λεπτομέρεια.. Βέβαια όταν μας είχε πρωτοβάλει την ιδέα στο μυαλό ο Κώστας ήμασταν τέσσερις στην παρέα.. Εγώ, αυτός, ο Άλεξ και η Κλεοπάτρα...

Τον Άλεξ τον ήξερα απ' το δημοτικό και ήμασταν αχώριστοι από τότε. Στο σχολείο, στις βόλτες, στα ταξίδια, στις αλητείες, στα δύσκολα και στα εύκολα.. Παντού μαζί.. Είχε πάθει και ένα ατύχημα στο πόδι θυμάμαι κάποτε και από εκείνη τη μέρα δεθήκαμε περισσότερο.. Τον Κώστα το γνώρισα μερικά χρόνια μετά τυχαία στο σχολείο σε ένα σκηνικό που είχε γίνει.. Μπήκε πολύ ξαφνικά στην παρέα, πριν καλά καλά το καταλάβουμε.. Φαινόταν καλό παιδί και ήταν ήπιων τόνων άνθρωπος γενικότερα. Απ' την άλλη ήταν και πάρα πολύ εσωστρεφής και μας πήρε καιρό μέχρι να τον εμπιστευτούμε και να δέσουμε όλοι μαζί.. Ήμασταν όμως ό,τι πρέπει για τη δουλειά... Η Κλεοπάτρα φυσικά ήταν απ' έξω εξ αρχής, αλλά μιας και ήταν η κοπέλα μου δε μπορούσε να μας προδώσει και να κάνει πίσω.. Ήταν συμμαθήτριά μου και του Άλεξ απ' το γυμνάσιο και τελικά μόλις μπήκαμε στο λύκειο τα βρήκαμε. Από τότε μέχρι εκείνο το καταραμένο γεγονός ήμασταν μαζί. Κρίμα πάντως.. Ήταν πολύ καλή κοπέλα και πολύ όμορφη.. Η πιο όμορφη που έχω δει μέχρι και σήμερα.. Αν ήξερα ότι θα καταλήγαμε όμως έτσι δε θα ήθελα να την ξέρω καν...

Δύο βδομάδες πριν τη μέρα της "μεγάλης φωτιάς" ο Άλεξ έκανε πίσω.. Φοβήθηκε, πρώτη φορά τον έβλεπα να φοβάται και δε μπορούσαμε να του αλλάξουμε γνώμη με κανένα τρόπο.. Θυμάμαι εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα όπου είχαμε καθίσει στο παγκάκι κάτω απ' το τεράστιο δέντρο της γειτονιάς για να συζητήσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες και εκεί μας το είπε.. Υποσχέθηκε βέβαια να μείνει τάφος ό,τι κι αν συνέβαινε γιατί έτσι κι αλλιώς δεν ήθελε καμία ανάμιξη μ' όλο το θέμα πλέον.. Και κάτι ήξερε μάλλον απ' ό,τι φάνηκε... Οπότε μετά μείναμε οι τρεις μας.. Το τρίγωνο του διαβόλου όπως μας έλεγαν οι άλλοι στο σχολείο...
Την επόμενη μέρα ήταν η πρώτη φορά που υποσχεθήκαμε στους εαυτούς μας να μην κάνουμε πίσω ό,τι κι αν γίνει.. Και έτσι και έγινε. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά με την Κλεοπάτρα και τον Κώστα, το ένιωθα, το έβλεπα αρκετό καιρό, αλλά δεν είχαμε χρόνο για τέτοια τότε.. Το μυαλό μου, όπως και των άλλων ήθελα να πιστεύω, ήταν στο πως θα πραγματοποιήσουμε το σχέδιό μας χωρίς κανείς να μας καταλάβει.. Και επιτέλους η μέρα της "μεγάλης φωτιάς" έφτασε...
Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2010


"Πρόσεχε μην παραπατήσεις και πέσεις", ήταν οι πρώτες λέξεις που θυμάμαι να άκουσα... Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα γύρω μου.. Κανείς... Και εγώ περπατούσα, έτσι έμοιαζε... Σταθερά βήματα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν εγώ, δεν ήταν το σώμα μου αυτό.. Κι όμως ήμουν μέσα. Δε ξέρω πόση ώρα, ίσως ώρες, ίσως μέρες, μήνες... Και πήγαινε ίσια σ' ένα αόρατο μάλλον μονοπάτι που δε φαινόταν το τέλος του, αν υπήρχε.. Δεν έβλεπα καλά, τα πάντα ήταν μαύρα ή κάτασπρα από υπερβολικό φως, εναλλάξ σε κάποια σημεία στους απέναντι τοίχους.. Λευκό. Αλλά δε μπορούσα να πλησιάσω τις πηγές, δε μπορούσα ν' αλλάξω την πορεία του.. Αριστερά και δεξιά κενό, το τίποτα από κάτω μας.. Και από παντού μια εκκωφαντική, σιχαμένη, παράφωνη νεκρική μελωδία να έρχεται και να σβήνει ξανά και ξανά.. Στον αέρα γκρι κοράκια πετούσαν ανάποδα πηγαίνοντας πίσω, κοιτώντας μπροστά.. Μα πίσω δε μπορούσα να κοιτάξω.. Δε γύριζε τόσο το κεφάλι, δε σταματούσαν εκείνα τ' αναθεματισμένα πόδια.. Έπρεπε να συνεχίσω μπροστά, το ένιωθα κι ας μην ήξερα το λόγο.. Δεν έβγαινε η φωνή μου, ήμουν ξένος εδώ.. Μα που πήγε η φωνή μου?...

Είχε πλέον κοντέψει πάρα πολύ.. Όταν έφτασα στην ίδια ευθεία σταμάτησε για λίγο.. Κοίταξα δεξιά.. Το φως λιγόστεψε και εμφανίστηκε από πίσω ένα παράθυρο.. Μια γιαγιά κλωστή κλωστή κατέστρεφε ένα πολύχρωμο ατελείωτο μακρύ κέντημα που έμοιαζε με φιλμ φωτογραφικής μηχανής.. Δάκρυσε... Και ένα μικρό παιδάκι παρακολουθούσε αμίλητο, καθισμένο στο πάτωμα στα τρία μέτρα...
Τα βήματα ξανάρχισαν, η εικόνα χάθηκε στο φως... Σε λίγο ένα γέλιο ειρωνείας διέκοψε τη σπαστική μελωδία και αμέσως μετά επικράτησε η απόλυτη ησυχία.. Βγήκε απ' το στόμα μου, αλλά δεν το 'κανα εγώ σίγουρα.. Τι περίεργο, ένιωθα σαν φυλακισμένος.. Σταμάτησε πάλι. Αυτή τη φορά το παράθυρο ήταν αριστερά και μέσα μια παρέα σ' ένα μάλλον κήπο, όρθιοι και αγκαλιασμένοι.. Όλοι χαμογελαστοί, όχι απαραίτητα χαρούμενοι, με φωτοστέφανα πάνω απ' τα κεφάλια τους, ακίνητοι σαν αγάλματα λες και περίμεναν το κάτι να τους πάρει από 'κει... Λίγο πριν φύγω πρόλαβα να διαβάσω μια ξεθωριασμένη επιγραφή χαραγμένη στο τζάμι: "Χαμένα Χρόνια"...
Όλα επέστρεψαν, μαζί και η μελωδία.. Τα κοράκια τώρα ψιθύριζαν λέξεις μ' ανθρώπινες φωνές στο πέρασμά τους.. Τόσα γρήγορα που δεν καταλάβαινες τίποτα απ' όσα έλεγαν.. Η επόμενη πηγή φωτός σχεδόν με τύφλωσε.. Ήταν ένα ζευγάρι, υποθέτω.. Αυτή κρατούσε μια μαδημένη μαργαρίτα και είχε ένα λυπημένο βλέμμα.. Ίσως και κουρασμένο.. Αυτός την ακούμπησε προσεκτικά και είπε: "Εγώ φταίω που σε πίεσα.. Αν ήταν στο χέρι σου και μόνο θα το είχες σταματήσει καιρό τώρα.. Συγγνώμη, αντίο...", έπειτα έμεινε πλάι της μέχρι που ύστερα από αρκετή ώρα έφυγα, έφυγε...
Και το ανούσιο ταξίδι συνεχίστηκε.. Πλέον δεν ένιωθα τίποτα και ακόμη δεν καταλάβαινα.. Αλλά το ενδιαφέρον χάθηκε.. Δεν ήθελα να ξέρω πια.. Έκλεισα τ' ασήκωτα εκείνα βλέφαρα. Τα βήματα τώρα μου τρυπούσαν τ' αυτιά σε κάθε τους πάτημα και ο πόνος ήταν τόσο δυνατός λες και μου φύτευαν καρφιά στο στέρνο.. Δεν ήξερα πόση ώρα θ' άντεχα, αλλά δε μ' ένοιαζε.. Τα ξανάνοιξα. Τα πουλιά ξαφνικά πάγωσαν και έπεσαν όλα στο κενό.. Σε δευτερόλεπτα έσβησαν στο μαύρο. Μια κραυγή απόγνωσης σταμάτησε ακαριαία τη στενή φυλακή μου, μαζί και τον πόνο.. Ο λυτρωτικός ήχος ήρθε απ' το πουθενά. Δεν είδα κανέναν. Μόνο εκείνο το φως πάλι και ένα θολό παράθυρο.. Μέσα ένα ξύλινο τραπέζι και στο πάτωμα ένα μπουκαλάκι μ' ένα κόκκινο υγρό και δίπλα μια μικρή ζυγαριά... Αυτό.
Πάλι βήματα, τώρα πολύ πιο ελαφρά. Σχεδόν νεκρά.. Κάπου στο βάθος φάνηκε μια πόρτα και από πάνω ένα ρολόι.. Χωρίς αριθμούς. Το τέλος?... Κόντεψε και την τελευταία πηγή.. Ήταν μόνος του εκεί. Γνωστό πρόσωπο, αλλά δε θυμόμουν τόπο και χρόνο.. Και τότε... Μόλις τον κοίταξα κατάματα είχε ήδη συμβεί.. Τον έβλεπα πίσω απ' το τζάμι, εγώ στο σώμα μου και αυτός μάλλον στο δικό του.. Τώρα κατάλαβα. Και οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους μέσα απ' το στόμα μου: "
Ποτέ δε θα ευχόμουν ή θα επιδίωκα το κακό σου, αλλά αν ποτέ σου συμβεί κάτι πραγματικά κακό να με θυμηθείς"... Σιωπή ξανά. Χωρίς φωνές, χωρίς μελωδίες, χωρίς... Μόνο το τρίξιμο της πόρτας καθώς άνοιγε.. Όλα τα φώτα χάθηκαν. Ο λεπτοδείκτης σταμάτησε.. Τον έχασα απ' τα μάτια μου.. Βασίλεψε το μαύρο. Δεν έβλεπα πλέον τίποτα, δε μπορούσα να κουνηθώ.. Δεν ήμουν. Και αυτή η απόλυτη ησυχία με τρέλαινε.. Δεν υπήρχε πια λόγος να έχω ανοιχτά τα μάτια μου.. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα, γιατί να έκλαιγε η γιαγιά?... Έσβησα.. Αυτό ήταν.





"Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ο εγκέφαλος νεκρώθηκε τελείως", είπαν...

About Me

Other Puppets

Memento Mori

Memento Mori

The boy who wanted to be a real puppet...

Smile as they cry, teach them how to fly. Bring the bed where they'll sleep for last time and in the end.. Dance on their graves...