Are you lost? Don't be afraid my dear, I'll be there when you'll need me.. To sing to you the song of sadness when all hope will have been lost...
Tied Puppets
LianiΕίμαι ο ιππότης της τετράγωνης κρέπας,
ο άρχοντας του κηκλιδώματος,
ο πρίγκιπας της τουαλέτας,
είμαι το φως του φρένου,
η βουβαλική μάζα του τραίνου,
είμαι ο σκουπιδοφάγος του σπιτιού σας.
Είμαι ο άρχοντας
Είμαι ο Μεγιστάνας
Είμαι πριγκίπισσα
Είμαι ο διακόπτης
ΕΙΜΑΙ... Ο Άκυρος Λόρδος
(τυχών συμπτώσεις με αληθινά πρόσωπα είναι τυχαίες)
Σήμερα έκλεισα τα 5 μου :D
Never Judge a Book By It's Cover ;)
AdisΑν σου πω ποιος είμαι σήμερα, δε θα ξέρεις ποιος θα 'μαι αύριο. Αν προσπαθήσω να σου πω ποιος θα είμαι αύριο από σήμερα, ίσως και να κάνω λάθος. Το χθες είναι πλέον πολύ μακριά. Έτσι γράφω για να "σώσω" το ποιος είμαι τη στιγμή που το κάνω.. Όλοι μας αλλάζουμε, αρκεί να ξέρεις να χειριστείς σωστά αυτό που γίνεσαι..
The page of an old friend
There are things known and things unknown an' in between are the doors...
The Best Tales
Bleeders
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Madness. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Madness. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή, Νοεμβρίου 05, 2010
...Μια ώρα τώρα το κοιτάζω και προσπαθώ να καταλάβω τι ώρα είναι.. Οι χτύποι σαν σφυριές τρυπούν τ' αυτιά μου πλέον.. Άραγε πέρασε μόνο μια ώρα?... Ξανακοίταξα. Πλησίασα. Πλησίασα λίγο περισσότερο.. Τότε συνειδητοποίησα πως χαμογελούσα γιατί κατάλαβα όταν είδα τις μπαταρίες στο πάτωμα... Ξαφνικά τρεις γνώριμες φάτσες εμφανίστηκαν στον καθρέφτη στα δεξιά και γελούσαν μ' όλη τους τη δύναμη χωρίς ν' ακούγονται.. Πήγαιναν ρυθμικά μπρος πίσω με ορθάνοιχτα μάτια που κοιτούσαν αγχωμένα προς όλες τις κατευθύνσεις.. Ο ήχος ήρθε καθυστερημένα και ήταν τελείως ασυγχρόνιστος με την εικόνα.. Ανατριχιαστικά γέρικα γέλια έβγαιναν απ' τα στόματα των νέων και μου θύμιζαν το μέλλον.. Τότε μου ήρθε αμέσως στο μυαλό η αστραπή και η βροντή και κοίταξα στην κούπα του καφέ που κρατούσα ξαφνικά στα χέρια μου.. Προσπάθησα να εστιάσω βαθιά μέσα του και να δω πέρα απ' το σκούρο, καφέ χρώμα του.. Μετά από λίγο κατάφερα να παρατηρήσω μια λευκή τελεία στο κέντρο του πάτου.. Μπορεί να ήταν και κίτρινη, όταν πριν προλάβω να σιγουρευτώ μια απότομη ρουφήχτρα με τράβηξε κατευθείαν μέσα...
Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν σε άλλη θέση, όρθιος στη γωνία του δωματίου μου.. Όλα (σχεδόν) ίδια.. Ο καθρέφτης αυτή τη φορά ήταν αριστερά απ' το ρολόι που κρεμόταν ανάποδα ψηλά στον τοίχο.. Δε με παραξένεψε και πολύ όμως όταν είδα το χαλί και όλα τα έπιπλα στο ταβάνι και τη λάμπα αναμμένη στο πάτωμα σαν μπαλόνι γεμάτο με ήλιο.. Ο καφές τώρα ήταν πάνω σ' ένα τραπεζάκι, που πρώτη φορά έβλεπα, μπροστά απ' την πόρτα, η οποία δεν είχε χερούλι μόνο μια μαύρη τρύπα απ' την οποία δεν έβλεπες τίποτα παραπέρα..
Κοίταξα πάλι τον καθρέφτη. Θυμήθηκα ξανά την αστραπή και βγήκα στο μπαλκόνι να την ψάξω.. Είχε πια ξημερώσει, πρέπει να ήταν 22:41 απ' ό,τι άκουσα.. Για κάποιο περίεργο λόγο έξω δεν είδα πουθενά κάγκελα.. Έκανα ένα βήμα πέρα απ' τα σύνορα του μπαλκονιού με διάθεση να πέσω, αλλά δεν τα κατάφερα.. Σκαλοπάτια εμφανίζονταν το ένα μετά το άλλο σε κάθε μου πάτημα.. Άλλα ανέβαιναν, άλλα κατέβαιναν.. Κάποια στιγμή έχασα την αίσθηση του ύψους και του βάρους.. Πρέπει να είχαμε ανέβει αρκετά.. Συνέχισα να ψάχνω εκείνη τη λάμψη στον ουρανό, αλλά σε κάθε ματιά με κάρφωνε και ένα διαφορετικό φως αστεριού.. Ευτυχώς τουλάχιστον είχε πανσέληνο για να βλέπω που πατάω.. Και μόλις επαναπαύθηκα σ' αυτήν τη σκέψη τα σκαλοπάτια έσβησαν μαζί με όλα τα λαμπιόνια του στολισμένου μου ουρανού.. Και έπεσα. Στο κενό.. Όμως πριν προλάβω ν' αγγίξω έδαφος τα πάντα έσβησαν ξανά και ύστερα πάλι επανήλθαν...
Αυτήν τη φορά καθόμουν δίπλα σ' ένα σκιάχτρο μελαγχολικά χαμογελαστό.. Όλα λευκά, χιόνιζε. Όχι χιόνι, ήταν κάστανα, αλλά ήταν ελαφριά σαν πούπουλα και κατάλευκα. Έπεφταν αργά αργά απ' το γκρίζο ουρανό και μόλις άγγιζαν το έδαφος φύτρωναν μαργαρίτες που μαραίνονταν και χάνονταν πάλι από 'κει που 'ρθαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.. Και εγώ καθόμουν ακίνητος εκεί να κοιτάζω μαγεμένος το περίεργο αυτό θέαμα λες και ήταν η έναρξη τελετής της πιο μεγάλης γιορτής του κόσμου!. Και τότε ξαφνικά το σκιάχτρο άρχισε να περιστρέφεται, στην αρχή σιγά σιγά και μετά όλο και πιο γρήγορα.. Έμοιαζε να θέλει να φωνάξει, να μιλήσει, όχι απαραίτητα σε 'μένα, απλά ν' ανοίξει το στόμα του και να βγάλει φωνή ανθρώπινη.. Και όσο δεν τα κατάφερνε τόσο και πιο γρήγορα γύριζε.. Και ο εκκωφαντικός ήχος που δημιουργούσε με τον αέρα γύρω του θύμιζε φωνές από κοινό σε συναυλία που ζητούσε τα λεφτά του πίσω.. Και πρέπει να ήταν χιλιάδες.. Τους άκουγα όλο και πιο καθαρά, σαν να με πλησίαζαν με σκοπό να με φάνε ζωντανό.. Τα μάτια μου έκλεισαν αυτόματα.. Τρόμαξα. Με μια απότομη κίνηση πετάχτηκα πάνω και έκανα ένα βήμα προς τα πίσω παραπατώντας.. Ποιος ξέρει από που βρέθηκε εκεί, σκέφτηκα, όταν είχα ήδη αρχίσει να βυθίζομαι στην τρύπα στην οποία είχα πέσει.. Ένιωθα να πνίγομαι.. Αυτό ήταν, σε λίγο δεν έβλεπα τίποτα.. Το φως του ουρανού χάθηκε στο βάθος και η τρύπα έκλεισε καταπίνοντας με...
Δυστυχώς δεν ήταν το τέλος... Έριξα μια γρήγορη ματιά γύρω μου.. Όλα ήταν στη θέση τους.. Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, στο δωμάτιό μου με τα ρούχα της δουλειάς και μάλλον με είχε πάρει ο ύπνος.. Ίσως απλά να ήταν ένα όνειρο.. Κι όμως έμοιαζε τόσο αληθινό... Έκανα να σηκωθώ μα δε μπορούσα, ένιωθα τόσο αδύναμος.. Ξαφνικά ζαλίστηκα, όπως ο μεθυσμένος το επόμενο πρωί του πάρτι.. Δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα.. Ξανακούμπησα το κεφάλι μου πίσω στο μαξιλάρι.. Έκατσα εκεί και απλά κοίταζα το ρολόι στον τοίχο ναρκωμένος.. Τα λεπτά έμοιαζαν να περνάνε πότε πότε τόσο γρήγορα και πότε πότε τόσο αργά.. Μια ώρα τώρα το κοιτάζω και προσπαθώ να καταλάβω τι ώρα είναι.. Οι χτύποι σαν σφυριές τρυπούν τ' αυτιά μου πλέον.. Άραγε πέρασε μόνο μια ώρα?...
Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν σε άλλη θέση, όρθιος στη γωνία του δωματίου μου.. Όλα (σχεδόν) ίδια.. Ο καθρέφτης αυτή τη φορά ήταν αριστερά απ' το ρολόι που κρεμόταν ανάποδα ψηλά στον τοίχο.. Δε με παραξένεψε και πολύ όμως όταν είδα το χαλί και όλα τα έπιπλα στο ταβάνι και τη λάμπα αναμμένη στο πάτωμα σαν μπαλόνι γεμάτο με ήλιο.. Ο καφές τώρα ήταν πάνω σ' ένα τραπεζάκι, που πρώτη φορά έβλεπα, μπροστά απ' την πόρτα, η οποία δεν είχε χερούλι μόνο μια μαύρη τρύπα απ' την οποία δεν έβλεπες τίποτα παραπέρα..
Κοίταξα πάλι τον καθρέφτη. Θυμήθηκα ξανά την αστραπή και βγήκα στο μπαλκόνι να την ψάξω.. Είχε πια ξημερώσει, πρέπει να ήταν 22:41 απ' ό,τι άκουσα.. Για κάποιο περίεργο λόγο έξω δεν είδα πουθενά κάγκελα.. Έκανα ένα βήμα πέρα απ' τα σύνορα του μπαλκονιού με διάθεση να πέσω, αλλά δεν τα κατάφερα.. Σκαλοπάτια εμφανίζονταν το ένα μετά το άλλο σε κάθε μου πάτημα.. Άλλα ανέβαιναν, άλλα κατέβαιναν.. Κάποια στιγμή έχασα την αίσθηση του ύψους και του βάρους.. Πρέπει να είχαμε ανέβει αρκετά.. Συνέχισα να ψάχνω εκείνη τη λάμψη στον ουρανό, αλλά σε κάθε ματιά με κάρφωνε και ένα διαφορετικό φως αστεριού.. Ευτυχώς τουλάχιστον είχε πανσέληνο για να βλέπω που πατάω.. Και μόλις επαναπαύθηκα σ' αυτήν τη σκέψη τα σκαλοπάτια έσβησαν μαζί με όλα τα λαμπιόνια του στολισμένου μου ουρανού.. Και έπεσα. Στο κενό.. Όμως πριν προλάβω ν' αγγίξω έδαφος τα πάντα έσβησαν ξανά και ύστερα πάλι επανήλθαν...
Αυτήν τη φορά καθόμουν δίπλα σ' ένα σκιάχτρο μελαγχολικά χαμογελαστό.. Όλα λευκά, χιόνιζε. Όχι χιόνι, ήταν κάστανα, αλλά ήταν ελαφριά σαν πούπουλα και κατάλευκα. Έπεφταν αργά αργά απ' το γκρίζο ουρανό και μόλις άγγιζαν το έδαφος φύτρωναν μαργαρίτες που μαραίνονταν και χάνονταν πάλι από 'κει που 'ρθαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.. Και εγώ καθόμουν ακίνητος εκεί να κοιτάζω μαγεμένος το περίεργο αυτό θέαμα λες και ήταν η έναρξη τελετής της πιο μεγάλης γιορτής του κόσμου!. Και τότε ξαφνικά το σκιάχτρο άρχισε να περιστρέφεται, στην αρχή σιγά σιγά και μετά όλο και πιο γρήγορα.. Έμοιαζε να θέλει να φωνάξει, να μιλήσει, όχι απαραίτητα σε 'μένα, απλά ν' ανοίξει το στόμα του και να βγάλει φωνή ανθρώπινη.. Και όσο δεν τα κατάφερνε τόσο και πιο γρήγορα γύριζε.. Και ο εκκωφαντικός ήχος που δημιουργούσε με τον αέρα γύρω του θύμιζε φωνές από κοινό σε συναυλία που ζητούσε τα λεφτά του πίσω.. Και πρέπει να ήταν χιλιάδες.. Τους άκουγα όλο και πιο καθαρά, σαν να με πλησίαζαν με σκοπό να με φάνε ζωντανό.. Τα μάτια μου έκλεισαν αυτόματα.. Τρόμαξα. Με μια απότομη κίνηση πετάχτηκα πάνω και έκανα ένα βήμα προς τα πίσω παραπατώντας.. Ποιος ξέρει από που βρέθηκε εκεί, σκέφτηκα, όταν είχα ήδη αρχίσει να βυθίζομαι στην τρύπα στην οποία είχα πέσει.. Ένιωθα να πνίγομαι.. Αυτό ήταν, σε λίγο δεν έβλεπα τίποτα.. Το φως του ουρανού χάθηκε στο βάθος και η τρύπα έκλεισε καταπίνοντας με...
Δυστυχώς δεν ήταν το τέλος... Έριξα μια γρήγορη ματιά γύρω μου.. Όλα ήταν στη θέση τους.. Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, στο δωμάτιό μου με τα ρούχα της δουλειάς και μάλλον με είχε πάρει ο ύπνος.. Ίσως απλά να ήταν ένα όνειρο.. Κι όμως έμοιαζε τόσο αληθινό... Έκανα να σηκωθώ μα δε μπορούσα, ένιωθα τόσο αδύναμος.. Ξαφνικά ζαλίστηκα, όπως ο μεθυσμένος το επόμενο πρωί του πάρτι.. Δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα.. Ξανακούμπησα το κεφάλι μου πίσω στο μαξιλάρι.. Έκατσα εκεί και απλά κοίταζα το ρολόι στον τοίχο ναρκωμένος.. Τα λεπτά έμοιαζαν να περνάνε πότε πότε τόσο γρήγορα και πότε πότε τόσο αργά.. Μια ώρα τώρα το κοιτάζω και προσπαθώ να καταλάβω τι ώρα είναι.. Οι χτύποι σαν σφυριές τρυπούν τ' αυτιά μου πλέον.. Άραγε πέρασε μόνο μια ώρα?...
Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2010
"Πρόσεχε μην παραπατήσεις και πέσεις", ήταν οι πρώτες λέξεις που θυμάμαι να άκουσα... Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα γύρω μου.. Κανείς... Και εγώ περπατούσα, έτσι έμοιαζε... Σταθερά βήματα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν εγώ, δεν ήταν το σώμα μου αυτό.. Κι όμως ήμουν μέσα. Δε ξέρω πόση ώρα, ίσως ώρες, ίσως μέρες, μήνες... Και πήγαινε ίσια σ' ένα αόρατο μάλλον μονοπάτι που δε φαινόταν το τέλος του, αν υπήρχε.. Δεν έβλεπα καλά, τα πάντα ήταν μαύρα ή κάτασπρα από υπερβολικό φως, εναλλάξ σε κάποια σημεία στους απέναντι τοίχους.. Λευκό. Αλλά δε μπορούσα να πλησιάσω τις πηγές, δε μπορούσα ν' αλλάξω την πορεία του.. Αριστερά και δεξιά κενό, το τίποτα από κάτω μας.. Και από παντού μια εκκωφαντική, σιχαμένη, παράφωνη νεκρική μελωδία να έρχεται και να σβήνει ξανά και ξανά.. Στον αέρα γκρι κοράκια πετούσαν ανάποδα πηγαίνοντας πίσω, κοιτώντας μπροστά.. Μα πίσω δε μπορούσα να κοιτάξω.. Δε γύριζε τόσο το κεφάλι, δε σταματούσαν εκείνα τ' αναθεματισμένα πόδια.. Έπρεπε να συνεχίσω μπροστά, το ένιωθα κι ας μην ήξερα το λόγο.. Δεν έβγαινε η φωνή μου, ήμουν ξένος εδώ.. Μα που πήγε η φωνή μου?...
Είχε πλέον κοντέψει πάρα πολύ.. Όταν έφτασα στην ίδια ευθεία σταμάτησε για λίγο.. Κοίταξα δεξιά.. Το φως λιγόστεψε και εμφανίστηκε από πίσω ένα παράθυρο.. Μια γιαγιά κλωστή κλωστή κατέστρεφε ένα πολύχρωμο ατελείωτο μακρύ κέντημα που έμοιαζε με φιλμ φωτογραφικής μηχανής.. Δάκρυσε... Και ένα μικρό παιδάκι παρακολουθούσε αμίλητο, καθισμένο στο πάτωμα στα τρία μέτρα...
Τα βήματα ξανάρχισαν, η εικόνα χάθηκε στο φως... Σε λίγο ένα γέλιο ειρωνείας διέκοψε τη σπαστική μελωδία και αμέσως μετά επικράτησε η απόλυτη ησυχία.. Βγήκε απ' το στόμα μου, αλλά δεν το 'κανα εγώ σίγουρα.. Τι περίεργο, ένιωθα σαν φυλακισμένος.. Σταμάτησε πάλι. Αυτή τη φορά το παράθυρο ήταν αριστερά και μέσα μια παρέα σ' ένα μάλλον κήπο, όρθιοι και αγκαλιασμένοι.. Όλοι χαμογελαστοί, όχι απαραίτητα χαρούμενοι, με φωτοστέφανα πάνω απ' τα κεφάλια τους, ακίνητοι σαν αγάλματα λες και περίμεναν το κάτι να τους πάρει από 'κει... Λίγο πριν φύγω πρόλαβα να διαβάσω μια ξεθωριασμένη επιγραφή χαραγμένη στο τζάμι: "Χαμένα Χρόνια"...
Όλα επέστρεψαν, μαζί και η μελωδία.. Τα κοράκια τώρα ψιθύριζαν λέξεις μ' ανθρώπινες φωνές στο πέρασμά τους.. Τόσα γρήγορα που δεν καταλάβαινες τίποτα απ' όσα έλεγαν.. Η επόμενη πηγή φωτός σχεδόν με τύφλωσε.. Ήταν ένα ζευγάρι, υποθέτω.. Αυτή κρατούσε μια μαδημένη μαργαρίτα και είχε ένα λυπημένο βλέμμα.. Ίσως και κουρασμένο.. Αυτός την ακούμπησε προσεκτικά και είπε: "Εγώ φταίω που σε πίεσα.. Αν ήταν στο χέρι σου και μόνο θα το είχες σταματήσει καιρό τώρα.. Συγγνώμη, αντίο...", έπειτα έμεινε πλάι της μέχρι που ύστερα από αρκετή ώρα έφυγα, έφυγε...
Και το ανούσιο ταξίδι συνεχίστηκε.. Πλέον δεν ένιωθα τίποτα και ακόμη δεν καταλάβαινα.. Αλλά το ενδιαφέρον χάθηκε.. Δεν ήθελα να ξέρω πια.. Έκλεισα τ' ασήκωτα εκείνα βλέφαρα. Τα βήματα τώρα μου τρυπούσαν τ' αυτιά σε κάθε τους πάτημα και ο πόνος ήταν τόσο δυνατός λες και μου φύτευαν καρφιά στο στέρνο.. Δεν ήξερα πόση ώρα θ' άντεχα, αλλά δε μ' ένοιαζε.. Τα ξανάνοιξα. Τα πουλιά ξαφνικά πάγωσαν και έπεσαν όλα στο κενό.. Σε δευτερόλεπτα έσβησαν στο μαύρο. Μια κραυγή απόγνωσης σταμάτησε ακαριαία τη στενή φυλακή μου, μαζί και τον πόνο.. Ο λυτρωτικός ήχος ήρθε απ' το πουθενά. Δεν είδα κανέναν. Μόνο εκείνο το φως πάλι και ένα θολό παράθυρο.. Μέσα ένα ξύλινο τραπέζι και στο πάτωμα ένα μπουκαλάκι μ' ένα κόκκινο υγρό και δίπλα μια μικρή ζυγαριά... Αυτό.
Πάλι βήματα, τώρα πολύ πιο ελαφρά. Σχεδόν νεκρά.. Κάπου στο βάθος φάνηκε μια πόρτα και από πάνω ένα ρολόι.. Χωρίς αριθμούς. Το τέλος?... Κόντεψε και την τελευταία πηγή.. Ήταν μόνος του εκεί. Γνωστό πρόσωπο, αλλά δε θυμόμουν τόπο και χρόνο.. Και τότε... Μόλις τον κοίταξα κατάματα είχε ήδη συμβεί.. Τον έβλεπα πίσω απ' το τζάμι, εγώ στο σώμα μου και αυτός μάλλον στο δικό του.. Τώρα κατάλαβα. Και οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους μέσα απ' το στόμα μου: "Ποτέ δε θα ευχόμουν ή θα επιδίωκα το κακό σου, αλλά αν ποτέ σου συμβεί κάτι πραγματικά κακό να με θυμηθείς"... Σιωπή ξανά. Χωρίς φωνές, χωρίς μελωδίες, χωρίς... Μόνο το τρίξιμο της πόρτας καθώς άνοιγε.. Όλα τα φώτα χάθηκαν. Ο λεπτοδείκτης σταμάτησε.. Τον έχασα απ' τα μάτια μου.. Βασίλεψε το μαύρο. Δεν έβλεπα πλέον τίποτα, δε μπορούσα να κουνηθώ.. Δεν ήμουν. Και αυτή η απόλυτη ησυχία με τρέλαινε.. Δεν υπήρχε πια λόγος να έχω ανοιχτά τα μάτια μου.. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα, γιατί να έκλαιγε η γιαγιά?... Έσβησα.. Αυτό ήταν.
Είχε πλέον κοντέψει πάρα πολύ.. Όταν έφτασα στην ίδια ευθεία σταμάτησε για λίγο.. Κοίταξα δεξιά.. Το φως λιγόστεψε και εμφανίστηκε από πίσω ένα παράθυρο.. Μια γιαγιά κλωστή κλωστή κατέστρεφε ένα πολύχρωμο ατελείωτο μακρύ κέντημα που έμοιαζε με φιλμ φωτογραφικής μηχανής.. Δάκρυσε... Και ένα μικρό παιδάκι παρακολουθούσε αμίλητο, καθισμένο στο πάτωμα στα τρία μέτρα...
Τα βήματα ξανάρχισαν, η εικόνα χάθηκε στο φως... Σε λίγο ένα γέλιο ειρωνείας διέκοψε τη σπαστική μελωδία και αμέσως μετά επικράτησε η απόλυτη ησυχία.. Βγήκε απ' το στόμα μου, αλλά δεν το 'κανα εγώ σίγουρα.. Τι περίεργο, ένιωθα σαν φυλακισμένος.. Σταμάτησε πάλι. Αυτή τη φορά το παράθυρο ήταν αριστερά και μέσα μια παρέα σ' ένα μάλλον κήπο, όρθιοι και αγκαλιασμένοι.. Όλοι χαμογελαστοί, όχι απαραίτητα χαρούμενοι, με φωτοστέφανα πάνω απ' τα κεφάλια τους, ακίνητοι σαν αγάλματα λες και περίμεναν το κάτι να τους πάρει από 'κει... Λίγο πριν φύγω πρόλαβα να διαβάσω μια ξεθωριασμένη επιγραφή χαραγμένη στο τζάμι: "Χαμένα Χρόνια"...
Όλα επέστρεψαν, μαζί και η μελωδία.. Τα κοράκια τώρα ψιθύριζαν λέξεις μ' ανθρώπινες φωνές στο πέρασμά τους.. Τόσα γρήγορα που δεν καταλάβαινες τίποτα απ' όσα έλεγαν.. Η επόμενη πηγή φωτός σχεδόν με τύφλωσε.. Ήταν ένα ζευγάρι, υποθέτω.. Αυτή κρατούσε μια μαδημένη μαργαρίτα και είχε ένα λυπημένο βλέμμα.. Ίσως και κουρασμένο.. Αυτός την ακούμπησε προσεκτικά και είπε: "Εγώ φταίω που σε πίεσα.. Αν ήταν στο χέρι σου και μόνο θα το είχες σταματήσει καιρό τώρα.. Συγγνώμη, αντίο...", έπειτα έμεινε πλάι της μέχρι που ύστερα από αρκετή ώρα έφυγα, έφυγε...
Και το ανούσιο ταξίδι συνεχίστηκε.. Πλέον δεν ένιωθα τίποτα και ακόμη δεν καταλάβαινα.. Αλλά το ενδιαφέρον χάθηκε.. Δεν ήθελα να ξέρω πια.. Έκλεισα τ' ασήκωτα εκείνα βλέφαρα. Τα βήματα τώρα μου τρυπούσαν τ' αυτιά σε κάθε τους πάτημα και ο πόνος ήταν τόσο δυνατός λες και μου φύτευαν καρφιά στο στέρνο.. Δεν ήξερα πόση ώρα θ' άντεχα, αλλά δε μ' ένοιαζε.. Τα ξανάνοιξα. Τα πουλιά ξαφνικά πάγωσαν και έπεσαν όλα στο κενό.. Σε δευτερόλεπτα έσβησαν στο μαύρο. Μια κραυγή απόγνωσης σταμάτησε ακαριαία τη στενή φυλακή μου, μαζί και τον πόνο.. Ο λυτρωτικός ήχος ήρθε απ' το πουθενά. Δεν είδα κανέναν. Μόνο εκείνο το φως πάλι και ένα θολό παράθυρο.. Μέσα ένα ξύλινο τραπέζι και στο πάτωμα ένα μπουκαλάκι μ' ένα κόκκινο υγρό και δίπλα μια μικρή ζυγαριά... Αυτό.
Πάλι βήματα, τώρα πολύ πιο ελαφρά. Σχεδόν νεκρά.. Κάπου στο βάθος φάνηκε μια πόρτα και από πάνω ένα ρολόι.. Χωρίς αριθμούς. Το τέλος?... Κόντεψε και την τελευταία πηγή.. Ήταν μόνος του εκεί. Γνωστό πρόσωπο, αλλά δε θυμόμουν τόπο και χρόνο.. Και τότε... Μόλις τον κοίταξα κατάματα είχε ήδη συμβεί.. Τον έβλεπα πίσω απ' το τζάμι, εγώ στο σώμα μου και αυτός μάλλον στο δικό του.. Τώρα κατάλαβα. Και οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους μέσα απ' το στόμα μου: "Ποτέ δε θα ευχόμουν ή θα επιδίωκα το κακό σου, αλλά αν ποτέ σου συμβεί κάτι πραγματικά κακό να με θυμηθείς"... Σιωπή ξανά. Χωρίς φωνές, χωρίς μελωδίες, χωρίς... Μόνο το τρίξιμο της πόρτας καθώς άνοιγε.. Όλα τα φώτα χάθηκαν. Ο λεπτοδείκτης σταμάτησε.. Τον έχασα απ' τα μάτια μου.. Βασίλεψε το μαύρο. Δεν έβλεπα πλέον τίποτα, δε μπορούσα να κουνηθώ.. Δεν ήμουν. Και αυτή η απόλυτη ησυχία με τρέλαινε.. Δεν υπήρχε πια λόγος να έχω ανοιχτά τα μάτια μου.. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα, γιατί να έκλαιγε η γιαγιά?... Έσβησα.. Αυτό ήταν.
"Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ο εγκέφαλος νεκρώθηκε τελείως", είπαν...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Other Puppets
-
[η Τίλντα έχει κατάθλιψη]Πριν από 1 χρόνια
-
Obat Ambeien Setelah MelahirkanΠριν από 8 χρόνια
-
Γουατέβερ...Πριν από 9 χρόνια
-
Είμαι αυτή που...Πριν από 10 χρόνια
-
Έκρηξη ΡομαντισμούΠριν από 10 χρόνια
-
-
Extravaganza...Πριν από 11 χρόνια
-
-
-
-
Η κουβέντα.Πριν από 15 χρόνια
-
PERPATAME MAZI STOUS MONAXIKOUS MAS DROMOUSΠριν από 16 χρόνια
-
-
Memento Mori
The boy who wanted to be a real puppet...
Smile as they cry, teach them how to fly. Bring the bed where they'll sleep for last time and in the end.. Dance on their graves...
Labels
- Βusiness Τrip (4)
- Death (2)
- Everything Else (3)
- Love (1)
- Madness (2)
- Run Like Hell (4)
- Youthful Sins (4)
Forgotten Thoughts
- Νοεμβρίου (1)
- Οκτωβρίου (2)
- Σεπτεμβρίου (1)
- Αυγούστου (3)
- Ιουλίου (2)
- Ιουνίου (3)
- Μαΐου (1)
- Απριλίου (1)
- Μαρτίου (3)
- Φεβρουαρίου (3)
- Ιανουαρίου (1)

