Are you lost? Don't be afraid my dear, I'll be there when you'll need me.. To sing to you the song of sadness when all hope will have been lost...

Tied Puppets


Liani
Είμαι ο ιππότης της τετράγωνης κρέπας,
ο άρχοντας του κηκλιδώματος,
ο πρίγκιπας της τουαλέτας,
είμαι το φως του φρένου,
η βουβαλική μάζα του τραίνου,
είμαι ο σκουπιδοφάγος του σπιτιού σας.
Είμαι ο άρχοντας
Είμαι ο Μεγιστάνας
Είμαι πριγκίπισσα
Είμαι ο διακόπτης

ΕΙΜΑΙ... Ο Άκυρος Λόρδος
(τυχών συμπτώσεις με αληθινά πρόσωπα είναι τυχαίες)
Σήμερα έκλεισα τα 5 μου :D

Never Judge a Book By It's Cover ;)
<-------------------------------->


Adis
Αν σου πω ποιος είμαι σήμερα, δε θα ξέρεις ποιος θα 'μαι αύριο. Αν προσπαθήσω να σου πω ποιος θα είμαι αύριο από σήμερα, ίσως και να κάνω λάθος. Το χθες είναι πλέον πολύ μακριά. Έτσι γράφω για να "σώσω" το ποιος είμαι τη στιγμή που το κάνω.. Όλοι μας αλλάζουμε, αρκεί να ξέρεις να χειριστείς σωστά αυτό που γίνεσαι..

The page of an old friend

Take a walk down the visual
Bill Ioanou


There are things known and things unknown an' in between are the doors...

Bleeders

Κυριακή, Μαρτίου 14, 2010


Επιτέλους φτάσαμε, η μάλλον δυστυχώς.. Δεν ήθελα ούτε να σκέφτομαι τι μπορεί να γινόταν από 'δω και πέρα.. Η Μαίρη ξύπνησε και κατεβήκαμε όλοι απ' το αμάξι. Κατευθυνθήκαμε προς το κοντινότερο μαγαζί για να βρούμε τίποτα φαγώσιμο και μόλις μπήκαμε μέσα ο πατέρας μου μας άφησε για να κάνει ένα επείγον τηλεφώνημα, απ' ό,τι είπε, σ' ένα τηλεφωνικό θάλαμο που υπήρχε εκεί κοντά. Εγώ άφησα τη Μαίρη που το βλέμμα της είχε χαθεί ανάμεσα στα ράφια με τα γλυκά και πριν προλάβει να με δει κανείς έτρεξα πίσω στο αμάξι.. Βέβαια, πήρα μαζί μου και ένα λοστό που είχα δει καθώς ερχόμασταν και κρύφτηκα στο portpaguzz ελπίζοντας πως θα με ξεχάσουν.. Και για καλή μου τύχη, είχα ψυχολογήσει την κατάσταση πολύ καλά.. Ο πατέρας μου επιστρέφοντας στο μαγαζί, πήρε τη μικρή απ' το χέρι και ήρθαν γρήγορα πίσω στο αμάξι. "Μα δε θα περιμένουμε και τον..." πήγε να πει η Μάιρη όταν τη διέκοψε απότομα ο πατέρας: "Μη ρωτάς πολλά. Θα 'ρθούμε να τον πάρουμε αγρότερα, δε θα πάθει τίποτα για λίγο μόνος του. Πάμε τώρα." και έβαλε μπρος τη μηχανή...

Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν σταμάτησαν έξω από μια μονοκατοικία και κατέβηκαν πηγαίνοντας προς τα 'κει.. Εγώ τότε μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά βγήκα όσο πιο ψιθυριστά μπορούσα και περίμενα να δω ποιος κρυβόταν πίσω απ' όλα αυτά... Ο πατέρας μου χτύπησε δυο φορές την πόρτα και μετά από λίγο άνοιξε.. Τότε εμφανίστηκε μια ψηλή, πολύ όμορφη γυναίκα η οποία αμέσως τον αγκάλιασε και τον φίλησε.. "Καλώς ήρθες αγάπη μου. Άργησατε μπορώ να πω!" είπε χαμογελαστή. "Συγγνώμη για την καθυστέρηση. Μαίρη, από 'δω η πραγματική σου μητέρα." είπε αυτός και έδειξε την ξανθιά καλονή. Η μικρή τότε σάστισε και δεν μπόρεσε να βγάλει ούτε λέξη απ' το κακόμοιρο, τρεμάμενο στοματάκι της.. Εγώ δεν ξαφνιάστηκα ιδιαίτερα μετά απ' ό,τι είχα δει και αφού έσφιξα το σίδερο στα χέρια μου έτρεξα καταπάνω τους... Χωρίς να χάσω χρόνο, μ' ένα πήδημα έδωσα μία από πίσω στο κεφάλι του πατέρα μου και αμέσως σωριάστηκε στο πάτωμα λιπόθυμος. Η γυναίκα τότε άρχισε να ουρλιάζει στο απρόσμενο αυτό θέαμα, αλλά πολύ γρήγορα την έκανα να σωπάσει κι αυτή... Δε μπορώ τις υστερίες, μου τη δίνουν στα εύθραυστα νεύρα μου.. Και εκείνη τη στιγμή ήρθε πάλι πίσω εκείνο το συναίσθημα, εκείνο το τόσο γλυκό συναίσθημα, όπως τότε στις δημόσιες τουαλέτες, με τη πετσέτα να τρύβεται στα χέρια μου και εγώ να τρέμω από την υπερβολική δόση αδρεναλίνης.. Είχα ιδρώσει και τα χέρια μου ήταν παγωμένα, όμως συνέχισα να τους χτυπάω και τους δύο αλύπητα εναλλάξ μέχρι που σιγουρεύτηκα πως ήταν τελείως νεκροί. Σκούπισα με το αριστερό χέρι μου το πρόσωπό μου και ασυναίσθητα άφησα να μου ξεφύγει ένα ελαφρύ χαμόγελο ανακούφισης.. Αμέσως γύρισα προς τη Μαίρη που κοιτούσε σιωπηλή το χωρό του αίματος, ακίνητη σαν κέρινο άγαλμα που μόλις είχε συναντήσει το δημιουργό του.. Πήγα κοντά της και την αγκάλιασα τρυφερά με τα κατακόκκινα χέρια μου... "Μη φοβάσαι" της είπα, με την πιο γαλήνια φωνή που με είχα ακούσει να βγάζω ποτέ απέναντι της. "Ώρα να πάμε σπίτι"...
Δευτέρα, Μαρτίου 01, 2010

 


Αυτό το ταξίδι έπρεπε να γίνει.. Δε μπορούσα άλλο αυτήν την κατάσταση και τώρα ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να τ' αλλάξω χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα.. Να πράξω στις σκιές.. Ο μικρός είναι έξυπνο παιδί, στηρίχτηκα σ' αυτόν γιατί ήξερα πως  δε θα τα θαλασσώσει και ευτυχώς μ' έβγαλε ασπροπρόσωπο.. Ίσως βέβαια αυτό που έγινε να τον πείραξε λίγο, αλλά θα του περάσει με τον καίρο. Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να καταλάβει.. Ελπίζω μόνο να μην κάνει καμιά τρέλα και μ' αναγκάσει ν' αντιδράσω.. Αν χρειαστεί, θα μπορούσα ακόμη και να τον λυτρώσω απ' την άρρωστη και μίζερη μέχρι τώρα ζωή του... Η ελάχιστη θλίψη του για το σωστό λάθος που έκανε, ίσως και να μ' ευχαριστήσει τότε για τη φιλεύσπλαχνη αυτή πράξη μου...

Πέρασε μια ώρα παρά κάτι από τότε που μπήκαμε στ' αμάξι και κανείς μας δεν έχει πει κουβέντα.. Ο πατέρας μου οδηγεί με το βλέμμα του καρφωμένο στο τιμόνι, η Μαίρη αποκοιμήθηκε εδώ και ώρα στο πίσω κάθισμα και εγώ ακόμη προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει.. Νόμιζα ότι κανείς δεν ήξερε, ότι τα είχα όλα υπό έλεχγο, αλλά πλέον νιώθω απλά σαν ένα πιόνι που έκανε σωστά τη δουλειά του.. Πως όμως μπορεί κάποιος να ξέρει κάτι που θα κάνεις πριν καν το σκεφτείς?..
Και όσο με έτρωγαν οι σκέψεις τόσο πιο πολύ  μισούσα αυτό το θηλυκό μικρόβιο που δεν έλεγε να εξαφανιστεί απ' τη ζωή μου. Αν κρίνω απ' την αντίδρασή της και το απίστευτα αθώο μυαλουδάκι της, δεν πρέπει να κατάλαβε τίποτα. Λογικά πίστεψε τα λόγια του πατέρα μου, μη μπορώντας να σκεφτεί κάτι παραπάνω. Και που να 'ξερε...
Λίγο αργότερα ακούστηκαν οι πρώτες λέξεις σαν μια μικρή έκρηξη που βίασαν την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε και είχε αρχίσει σιγά σιγά να με ηρεμεί.. "Εγώ λέω να μην της το πούμε, να μείνει μεταξύ μας σαν ένα απαραβίαστο οικογενειακό μυστικό. Τι λες?" είπε με σιγανή φωνή και με κοίταξε με την άκρη του ματιού του.. Όπως θες πατέρα, απλά μήπως θα ήθελες να μου πεις...
(Μια περίεργη κλήση στο κινητό του διέκοψε τη φράση μου που τελικά δεν ολοκλήρωσα ποτέ...)

Τι θες? Πως πήγε? Μια χαρά.. Πως είναι η κόρη μου, είναι καλά? Καλά είναι. Χαίρομαι. Δεν έπρεπε να ρισκάρουμε τη ζωή της, παρα ήταν ριψοκίνδυνο αυτό που έκανες. Το ξέρω, αλλά ήμουν σίγουρος ότι.. Καταλαβαίνεις.. Ναι εντάξει μη μου λες άλλα, αφού όλα πήγαν καλά δεν υπάρχει πρόβλημα. Ο μικρός είναι εκεί? Ναι. Καλά θα σε κλείσω για τώρα για να μην καταλάβει τίποτα περισσότερο και ξαναμιλάμε αργότερα.. Φιλιά και να προσέχεις, σ' αγαπώ! Και εγώ...
Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2010



Μισό τετραγωνικό για να χορέψεις, τα σώματα τρίβονται μεταξύ τους, το μυαλό θολωμένο απ το αλκοόλ, οι αισθήσεις να μην νιώθουν τίποτα. Παντού πρόσωπα, κοπέλες, αγόρια να χορεύουν στο ρυθμό ή όχι. Κάποιοι να χορεύουν σαν ψάρια που μόλις τα έβγαλαν απ την θάλασσα και σπαρταράνε να ξαναμπούν πάλι πίσω και να αναπνεύσουν. Καλύτερα θα χόρευε κάποιος που χτυπήθηκε από ηλεκτρισμό ή κάποιος με Πάρκινσον.
Τα αυτιά σου βουλωμένα απ την ένταση των ηχείων. Τα μάτια καρφωμένα σε μια σιλουέτα, τα ποτά να κατεβαίνουν το ένα μετά το άλλο, η όραση θολώνει με την κάθε γουλιά. Η μουσική χαμηλώνει για να σε βρει στο κέντρο του επικέντρου και'συ να τα δίνεις όλα με το χορό σου. Γιατί ξέρεις ότι είναι ίσως απ τις λίγες φορές που θα είσαι κοντά σε ένα καυτό κορμί, με τα στάνταρ που θέτει το αντρικό μάτι. Νιώθεις το μπάσο να περνά μέσα απ όλο το σώμα σου, το ένα κύμα μετά το άλλο μέχρι που κλείνουν τα φώτα, οι φωνές, οι ομιλίες,τα πάντα εκτός απ την μουσική.
Όλα στροβιλίζονται και σύννεφα σε προσκαλούν στο μαλακό κρεβάτι που έφτιαξαν. Ξαπλώνεις και νιώθεις ένα χτύπημα λίγο πιο κάτω απ το κεφάλι σου, σε ενοχλεί αλλά όχι τόσο ώστε να σηκωθείς. Και όλα μαυρίζουν, χάνεσαι μέσα σε ένα μαύρο ατελείωτο χώρο που δεν έχει ούτε όνειρα, ούτε έδαφος για να σταθείς. απλώς πέφτεις μέσα του.
Η επόμενη μέρα ξεκινά με την εισβολή μιας μυρωδιάς από οινόπνευμα, εμετό και νοσοκομείου. Η επόμενη αίσθηση μετά την όσφρηση που ξυπνάει είναι η ακοή, που δέχεται ερεθίσματα από φωνές παραμορφωμένες. Και τέλος τα μάτια σου ενεργοποιούνται για να δεις ένα λευκό ταβάνι, αριστερά και δεξιά σου πρόσωπα άγνωστα, που φαίνεται ότι μιλάνε αλλά η ακοή σου αρνείται να ξεκαθαρίσει τους ήχους. Κοιτάς τα πρόσωπα και ένα κύμα πανικού σε πλημμυρίζει μαζί με ερωτήσεις. Προσπαθείς να μιλήσεις όμως το στόμα δεν λέει να ανοίξει. Ένα από τα πρόσωπα γυρνά προς την μεριά σου και σε κοιτά με απορία και μετά από λίγο ξεσπά σε κλάματα, είναι ένα ρυτιδιασμένο πρόσωπο που φαίνεται ότι έχει περάσει πάρα πολλά στην ζωή.
- Αγόρι μου.
Τα δάκρυα πέφτουν επάνω στο πρόσωπό σου όταν η γυναικά που αυτοαποκαλείται η Μητέρα σου σε αγκαλιάζει, μα το μόνο που περνά απ το μυαλό σου, είναι να σπρώξεις την γυναικά από κοντά σου μες στο πανικό. Όμως όπως και το στόμα σου έτσι και τα χέρια σου δεν σε ακούνε. Ύστερα δοκιμάζεις να κουνήσεις τα πόδια σου για να επιβεβαιώσεις την τρομαχτική σκέψη που πέρασε απ το μυαλό σου, όμως ούτε εκείνα αντιδράνε. Τώρα πια είσαι σίγουρος και θες να φωνάξεις, να ουρλιάξεις. Μέσα στο μυαλό σου προσπαθείς να θυμηθείς το τι έγινε χτες βράδυ και το πως κατέληξες εδώ. Όταν ξεκαθαρίζει η ακοή σου το πρώτο που ακούς είναι μια φράση που σε κάνει να θες να κουφαθείς και πάλι.
- Δυστυχώς ο νεαρός έχει παραλύσει το μόνο που μπορεί να κάνει τώρα είναι να ακούει και να βλέπει. Τα συλληπτήρια μου.



To Sentimental-Violence και το Υπουργείο Υγείας Προειδοποιεί, το Clubing βλάπτει σοβαρά την υγειά...





Half square to dance, bodies rubing, the brain blured from the alcochol, the senses dont feel anything. Everywhere faces, girls, boys dancing in the rythm or not. Some dance as fishes that where just removed from the sea and writhe to get back again and breathe. Somebody that was struck by electricity or somebody with Parkinson would dance better then them.
Your ears blocked from the volume of the resonators? The eyes nailed at a silhouette, the drinks going down the one after the other, the sight blurs with the each sip. The music lowers to find you in the centre of epicentre and you are giving all you have with your dance. Because you know that it is perhaps from the few times where you will be near a hot body, by the stantar's that the male eyes place. You feel the bass passing though all your body, a wave after the other untill the lights close, the voices too, the speeches, everything except the music.
All swirl's, and clouds invite you in the soft bed that they made. You lay down and you feel a blow, just below your head, it doesnt bother you that much. Everything becomes black, you are lost in a black endless space that doesnt have neither dreams, neither ground to stand, simply you fall in it.
The next day begins with the invasion of a mixed smell of alcohol, vomit and hospital. The next sense after the olfaction that wakes up is the hearing, that accepts irritant from deformed voices. And finally your eyes are activated in order for you to see a white ceiling, left and right of you persons unknown, it looks like they are talking but your hearing deny to clear up their voices. You are looking the faces and a wave overflow's you with panic and questions. You try to speak, however the mouth denies to open. One of the faces turns towards you and looks at you with query and after a little it bursts out in tears, it is a wrinked face that appears to been though alot, in life.
- my boy.
Tears droping on your face when the woman that call's herself your Mother embraces you, butthe only thing that passes from your brain, is you push the woman away from you in the panic. However as your mouth thus your hands too dont obey you. The next thing you try is to move your legs in order to confirm the scary thought that passed from your brain, however nor those react. Now you are sure and want to shout, to scream. In in your brain you try to remember what happened last night and what led you here. When your hearing clears you the first thing that you hear is a phrase that makes you to wish that you couldnt hear once again.
- Unfortunatlly the young man is paralized and the only thing that he can do now is to hear and see. I am sorry but there is nothing we can do.



Sentimental-Violence and the Health department Warns, Clubbing harms seriously the health…





If there are any mistakes in the english version please tell me so i ll correct it :)
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 05, 2010


Με γρήγορα και ψυθηριστά βήματα πήγα πίσω απ' την πόρτα της και ετοιμάστηκα. Ήμουν σίγουρος για κάθε μου κίνηση και δε θα καθόμουν να το σκεφτώ ούτε δευτερόλεπτο.. Μόλις άνοιξε η πόρτα πήδηξα πάνω της και πέρασα σαν κολιέ τη πετσέτα στο λαιμό της. Ευτυχώς δεν πρόλαβε να φωνάξει.Την έσφηξα με όλο το μίσος που κουβαλούσα τόσα χρόνια. Όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα ένιωθα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου. Σαν να αγκάλιαζα ένα όνειρο ζωής και έκλεινε ένας ακόμη κύκλος.. Ανατρίχιαζα από απόλαυση και ταυτόχρονα γελούσα αγχομένα απ' την υπερβολική δόση μανίας που με είχε καταβάλει. Βέβαια, είχα κλείσει τα μάτια μου και έτσι δεν πρόλαβα να δω τίποτα, αλλά μου έφτανε που είχα πετύχει το σκοπό μου.. (Τουλάχιστον έτσι νόμιζα..)


Μόλις όμως τελείωσαν όλα και άνοιξα τα μάτια μου, ο χρόνος πάγωσε.. Τα χέρια μου ιδρωμένα, μούδιασαν και πριν από οποιαδήποτε σκέψη, πέρασαν από μπροστά μου χιλιάδες εικόνες του παρελθόντος.. Εικόνες όμορφες και άσχημες, που θα 'θελα και δε θα ΄θελα να θυμάμαι.. Εικόνες γλυκιάς απορίας που έσβυσαν από τη μνήμη μου μέσα σε λίγα βιασμένα, μαύρα δευτερόλεπτα... Χωρίς όμως καμία ανάγκη απάντησης σ' όλα εκείνα τα περαστικά "γιατί" του χρόνου. Δυστυχώς δεν μου είχαν μάθει πώς να κλαίω...

Από παιδί θυμάμαι μια φράση που μου 'λεγε ο πατέρας μου: "Η υπομονή είναι αρετή". Πάντα ήθελα να οργανώνω καλά κάτι πριν το κάνω και ήμουν σε θέση να θυσιάσω όσο χρόνο χρειαζόταν για να το πετύχω. Όλα είναι θέμα τεχνικής, συνήθιζα να λέω μέσα μου για να μην ξεχνιέμαι.. Όταν όμως ξαφνικά συμβεί κάτι απρόοπτο, κάτι εκτός σχεδίου, τότε όλες οι σκέψεις εκτροχιάζονται και η υπομονή ξεψυχά στην προσπάθειά της να προλάβει το χρόνο που μοιάζει να τρέχει με διπλάσια ταχύτητα..


Είχε σοριαστεί στο πάτωμα με το πιο απορημένο βλέμα που 'χα δει ποτέ μου, χειρότερα κι απ' ότι το είχα φανταστεί στ' αγαπημένα μου όνειρα. Αλλά δεν ήταν η Μαίρη.. Ήταν η μητέρα μου... Και για πρώτη φορά παραδέχτηκα στον εαυτό μου πως αυτό ήταν κάτι που δεν είχα προβλέψει. Και μεσ' στη θλίψη μου το είδα σαν μια πρωτόγνωρη δοκιμασία που έπρεπε να ξεπεράσω, γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε επιστροφή.
Αφού της χάιδεψα για λίγο το κεφάλι σηκώθηκα, έπλεινα τα χέρια μου και γύρισα στο αμάξι.. Δεν είπα ούτε κουβέντα, αλλά το πιο περίεργο είναι ότι κανείς δε με ρώτησε τίποτα.. Ήμουν πολύ ήρεμος και κοιτούσα έξω απ' το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε σιγά σιγά στο έδαφος, ο πατέρας μου έβαλε μπρος τη μηχανή και αφού είπε: "Έτοιμοι?" ξεκίνησε χωρίς να πάρει απάντηση.. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα η αδερφή μου ρώτησε τρομαγμένη (γιατί μάλλον κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά): "Καλά, τη μαμά εδώ θα την αφήσουμε?". Ο πατέρας τότε γύρισε αμέσως και της χαμογέλασε για να την καθησυχάσει. "Έπρεπε να γυρίσει πίσω γιατί κάτι απρόοπτο συνέβει και τα πράγματα βγήκαν εκτός σχεδίου, έτσι δεν είναι αγόρι μου?" είπε κοιτώντας εμένα.. Τότε εγώ γύρισα απότομα και τον κοίταξα κατάματα σαστισμένος. Ναι, σίγουρα ήξερε, μου το 'λεγαν τα μάτια του και το χαμόγελό του.. Φόβος με κυρίεψε, αλλά δεν το 'δειξα ούτε στιγμή, γιατί έτρεμα στην ιδέα του τι θ' ακολουθούσε μετά. "Ναι πατέρα έτσι." είπα και συνέχισα να κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο χωρίς να σκέφτομαι τίποτα.. Πέρασαν αρκετά λεπτά χωρίς ν' ακουστεί ούτε ανάσα.. Και η Μαίρη ήταν ακόμη εκεί, στο πίσω κάθισμα όπως πάντα...
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 01, 2010
 


Πηγαίναμε προς τη Hellville με ταχύτητα κάτω από 80. Ήταν Μάρτιος του '86 και έξω χιόνιζε τόσο πυκνά που δεν έβλεπες στα 50 μέτρα.. Ήμασταν όλοι άυπνοι και μεσ' στα νεύρα λόγο υπερέντασης. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα εκείνο το όμορφο και ήσυχο πρωινό...

Ποτέ από μικροί δεν τα πηγαίναμε καλά με την αδερφή μου, ήμασταν συνεχώς στα μαχαίρια.. Ίσα που θυμάμαι μια-δυο φορές σ' όλη μου τη ζωή που συμφωνήσαμε σε κάτι με τη Μαίρη. Μ' εκνεύριζαν όλα πάνω της, μ' εκνεύριζε ακόμη και το ότι ήταν υιοθετημένη! Και ξέρω καλά πως κανείς μας δε θα συγχωρούσε τίποτα στον άλλο χωρίς κάποιο ώφελος.. Από τότε της τα είχα όλα μαζεμένα και περίμενα υπομονετικά τη κατάλληλη μέρα...

Στα 12 μου είχαν φέρει στο σπίτι ψυχολόγο να με δει.. Τίποτα το ιδιαίτερο εκείνη τη μέρα, αλλά πιστεύω ότι η μητέρα μου το υποψιαζόταν και δεν ήθελε να το πιστέψει από τότε.. Δεν ήταν και πολύ κοινωνικό άτομο και γενικότερα έκρυβε καλά μέσα της όσα την έτρωγαν.. Οπότε δεν το τράβηξε παραπέρα.. Από πάντα μου άρεσε να καίω τα παιχνίδια μου όταν πέθαιναν και να βασανίζω τα μικρά έντομα που κατά καιρούς έπεφταν στα χέρια μου...

Ζήτησα απ' τον πατέρα μου να σταματήσει το αμάξι μόλις βρήκαμε τις πρώτες δημόσιες τουαλέτες στο δρόμο μας, κάπου στη μέση του πουθενά. Κατέβηκα πρώτος και χωρίς να κοιτάξω πίσω μου πήγα κατευθείαν προς τις τουαλέτες. Μετά βγήκε απ' το αμάξι η μητέρα μου, ακολούθησε η Μαίρη και τέλος βκήκε ο πατέρας μου λέγοντας: "Άντε τελειώνετε γρήγορα!" με αυστηρό ύφος.. Με σιγουριά του έγνεψα καταφατικά και χαμογέλασα ελαφρά.. Περίμενα λίγη ώρα και μόλις άκουσα θόρυβο κατευθήνθηκα προς τις γυναικίες πόρτες.. Η πετσέτα που με περίμενε εκεί ήταν ό,τι χρειαζόμουν...

About Me

Other Puppets

Memento Mori

Memento Mori

The boy who wanted to be a real puppet...

Smile as they cry, teach them how to fly. Bring the bed where they'll sleep for last time and in the end.. Dance on their graves...